Μια από τις βασικές έννοιες που συνοδεύουν όλων των μορφών επενδύσεων είναι το risk management. Ανεξάρτητα από το εάν ο επενδυτής είναι άπειρος ή έμπειρος. Η διαφορά έγκειται στον τρόπο που πραγματοποιείται και όχι στην αναγκαιότητα εφαρμογής του, που είναι αδιαμφισβήτητη.
Τι σημαίνει risk management; Η διαχείριση του ρίσκου στις επενδύσεις. Όχι το να μην υποστεί ποτέ ζημιά το επενδυμένο κεφάλαιό μας (κάτι τέτοιο είναι αδύνατο), αλλά τι θα κάνει ο επενδυτής ώστε να έχει τη λιγότερη δυνατή ζημιά, να μπορεί να την αναστρέψει και να μην αναγκαστεί να αλλάξει το επενδυτικό του πλάνο. Να ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας πως όταν κάνουμε risk management αποδεχόμαστε ότι το ποσοστό κέρδους μας θα είναι μικρότερο. Διαφορετικά, δεν είναι επένδυση είναι τζόγος.
Θα εστιάσουμε στην επένδυση στο χρηματιστήριο. Υπάρχουν εργαλεία για το risk management. Θα τα δούμε αναλυτικά. Πρώτα από όλα, η διαχείριση του ρίσκου έρχεται όταν επιλέγουμε παραπάνω από μια εταιρεία στην οποία θα επενδύσουμε. Όσες περισσότερες είναι αυτές, τόσο καλύτερη διαχείριση κάνουμε. Επιβάλλεται, όμως να είναι και σε διαφορετικούς κλάδους. Σκεφτείτε το: Έχω διαλέξει πέντε εταιρείες όλες του κλάδου των κατασκευών, παραδείγματος χάρη. Ξαφνικά αποφασίζει η πολιτεία να βάλει έχτρα φόρο στα κέρδη των κατασκευαστικών εταιρειών (στο παρελθόν έχει συμβεί σε άλλο κλάδο). Όλες εξαιτίας αυτού του γεγονότος, θα έχουν μειωμένα κέρδη και σίγουρα θα πέσει η τιμή τους. Εάν όμως ο επενδυτής είχε επιλέξει να επενδύσει σε πέντε εταιρείες από διαφορετικούς κλάδους, ενδεχομένως η πτώση της τιμής της μετοχής της κατασκευαστικής εταιρείας θα είχε εξισορροπηθεί από την άνοδο μιας άλλης.
Ένα άλλο εργαλείο είναι η ύπαρξη πάντοτε μετρητών. Αυτό αποτελεί και στρατηγική των επενδύσεων. Έχει αποδειχθεί ότι ένα 10-15 % μετρητά του προς επένδυση κεφαλαίου μας δίνει την δυνατότητα να εκμεταλλευτούμε μια πτώση είτε του δείκτη είτε μιας συγκεκριμένης μετοχής που παρακολουθούμε.
Άλλο εργαλείο risk management είναι το ποσοστό των χρημάτων που θα βάλουμε στην κάθε μετοχή. Δεν είναι απαραίτητο τα χρήματά μας να τα ισομοιράσουμε. Επιλέγουμε τι ποσοστό χρημάτων θα τοποθετήσουμε σε κάθε μετοχή ανάλογα με το τι beta έχει η κάθε μία και εάν ο κλάδος στον οποίο δραστηριοποιείται η εταιρεία έχει προοπτικές ή όχι.
Το σημαντικότερο ίσως εργαλείο των επενδυτών είναι το stop loss. Είναι αυτό που προφυλάσσει το κεφάλαιό μας στη περίπτωση που μια επιλογή μας δεν πάει καλά. Όταν η μετοχή, κατά την πτώση της, πιάσει μια συγκεκριμένη τιμή, τότε την πουλάμε και σταματάει η απώλειά μας. Το stop loss το βρίσκουμε με την τεχνική ανάλυση. Είναι διαφορετικό εάν είμαστε βραχυχρόνιοι ή μακροχρόνιοι επενδυτές. Όσοι ασχολούνται με τεχνική ανάλυση το βρίσκουν μόνοι τους, ενώ οι υπόλοιποι ρωτούν τον σύμβουλό τους.
Σημαντικός παράγοντας επίσης, είναι το χρονικό διάστημα που έχουμε ορίσει στο μυαλό μας για την επένδυσή μας. Όπως είναι γνωστό υπάρχει μεταβλητότητα στις τιμές των μετοχών. Όταν είμαστε μακροχρόνιοι επενδυτές, η μεταβλητότητα μιας μετοχής της οποίας τα θεμελιώδη μεγέθη είναι καλά δεν μας πειράζει, διότι δίνουμε χρόνο στη μετοχή να ανακάμψει την τιμή της. Όταν, όμως, είμαστε βραχυχρόνιοι, η μεταβλητότητα είναι επικίνδυνη για το κεφάλαιό μας και η στρατηγική μας θα πρέπει να είναι ανάλογη. Εδώ επιβάλλεται συχνότερη επανεξέταση των κριτηρίων για την κατοχή ή όχι της μετοχής.
Εργαλείο risk management αποτελούν και τα κριτήρια επιλογής μιας μετοχής. Όταν έχουμε μελετήσει τα θεμελιώδη μεγέθη μιας εταιρείας και ξέρουμε για ποιο λόγο την αγοράζουμε, έχουμε ήδη κάνει ένα βήμα για risk management. Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, πρωτίστως για τους άπειρους επενδυτές, είναι εάν χρησιμοποιούν μόχλευση για την αγορά μετοχών. Τα δανεικά χρήματα πάντα τα επιστρέφουμε. Εάν αναγκαστούμε να τα επιστρέψουμε την στιγμή που πέφτει η μετοχή, καταλαβαίνουμε ότι η ζημιά μας θα είναι μεγάλη. Πολλοί επενδυτές σκεπτόμενοι υπεραισιόδοξα, παρασύρονται με την δυνατότητα μόχλευσης και επενδύουν περισσότερα κεφάλαια από τα δικά τους, προσδοκώντας μεγάλες αποδόσεις. Εάν όμως η τιμή της μετοχής πέσει, τότε η ζημιά είναι πολλαπλάσια.
Σχολιάστε